Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

H επανάσταση του 1821 στην Εύβοια. 2ο Μέρος



Ο Γωβιός φθάνει στην Λίμνη και οργανώνει τους επαναστάτες.

Μετά από επιστολή του Κριεζή, ο Ανδρούτσος αναθέτει στο Γωβιό να αναλάβει τη διοίκηση των επαναστημένων Ευβοέων. Αυτός φθάνει σαν ήρωας στη Λίμνη υποσχόμενος φωτιά και μαχαίρι στους κατακτητές αλλά και στους συνεργάτες τους:
«...Με την άδεια λοιπόν του Οδυσσέα αναχώρησε από τη Ρούμελη, έχοντας μαζί του και μερικούς άλλους κι ως υπασπιστή του, αρχιπαλλήκαρο, τον Κώστα Χασάπη, Θηβαίο. Μαζί τους αποβιβάστηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λίμνη, όπου οι συμπατριώτες του, ξεχνώντας τους παλαιούς κατατρεγμούς που τούκαναν, τον υποδέχτηκαν θερμά και με λουλούδια τον έρραιναν, ενώ περνούσε τους στενούς δρόμους του χωριού του, ζητωκραυγάζοντας κι ονομάζοντάς τον «Σωτήρα της Πατρίδας». Σε σύσκεψη δε πούγινε των κοτζαμπάσηδων και  των στρατιωτικών είπε τα εξής, που δείχνουν καλλίτερα από κάθε τι τον υπέροχο χαρακτήρα του: «Γνωρίζω καλά και τους χριστιανούς και τους Τούρκους της Χαλκίδας. Με τη δύναμη του Θεού και τη δική σας συνδρομή θέλω τους καταστρέψει, αν με αφήσετε να διοικήσω τον στρατόν και διοργανώσω αυτόν καθώς εγώ θέλω  και αν μου δώσετε άφθονα τα μέσα του πολέμου, ήτοι τροφάς, πολεμοφόδια και άλλα, έχει καλώς, άλλως αναχωρώ. Ήρθα με φωτιά και τσεκούρι».

Με την τελευταία φράση υπονοούσε όχι μονάχα τους Τούρκους, μα και τους τουρκολάτρες Έλληνες, καθώς και τους δειλούς κι αποτυχημένους στρατιωτικούς, που κι αυτοί άρχισαν να μεταχειρίζονται τους Ρωμιούς, όπως οι Μουσουλμάνοι καταχτητές. Για τούτο είναι ο πρώτος που επιχείρησε να συστήσει κάποια τάξη κι επιβάλει κυρώσεις στους στρατιώτες και στους καπετανέους, ώστε να μην αδικούν και φέρωνται αυθαίρετα και τυραννικά προς τον κόσμο. Μέσα σ΄ αυτό το διοριστικό του, που φαίνεται πως σύνταξε ο ίδιος, αναγράφονταν κι οι πρώτοι στρατιωτικοί κανόνες συμπεριφοράς κι οι πρώτοι κανονισμοί ποινικής διαδικασίας μέσα σε κείνη την αναρχική περίοδο των πρώτων μηνών της επανάστασης. Οι στρατιωτικοί κι οι κοτζαμπάσηδες νόμισαν για μια στιγμή πως ήσαν αντικαταστάτες των Τούρκων και πως θάπαιρναν τη θέση τους, ύστερα από την απελευθέρωση. Και το πνεύμα αυτό γενικώς εκδηλώθηκε, όπου η επανάσταση πέτυχε. Η αυθαιρεσία κι η αδικία των ισχυρότερων αντικατέστησε την τυραννία και την παρανομία των Τούρκων. Οι στρατιωτικοί ιδίως έκαναν ό,τι ήθελαν, είτε φορολογώντας αδιάκριτα το λαό, είτε καταπατώντας τα δίκαια των αδύνατων, είτε κι αυθαιρετώντας κατά το σκληρότερο κι απανθρωπότερο τρόπο. Ο Γωβιός ζητούσε να φέρει μια κάποια ανακούφιση στα πλήθη και μαζί να μετριάσει την αυθαιρεσία των καπετανέων, εφαρμόζοντας κάποιο σύστημα διαδικασίας και τιμωρίας των αδικιών τους... 
...Μόλις ο Γωβιός πήρε στα χέρια του τη διεύθυνση των στρατιωτικών πραγμάτων της Εύβοιας, αμέσως άρχισε τη συστηματική εκγύμναση κι οργάνωση των πολεμιστών. Δεν ήταν δυνατόν με τους πρωτόγονους εκείνους αγρότες και χωριάτες, τους ωπλισμένους με δρέπανα, σφεντόνες και σουγλιά, να κερδηθεί ο πόλεμος εναντίον των Τούρκων. Χρειάζονταν εκγύμναση κι οπλισμό κατάλληλο για να κατορθώσουν οι Έλληνες ν΄ αντιπαραταχθούν νικηφόρα προς τους γυμνασμένους κι εμπειροπόλεμους και πολυάριθμους οθωμανικούς στρατούς. Κι ο Γωβιός δόθηκε στο έργο με τον ενθουσιασμόν εκείνο και τη θεληματικότητα, που τον χαρακτήριζε. Έχοντας ως συνεργάτες και τους πειραματισμένους Ηπειρώτες, που συνεχώς κατέβαιναν στην Εύβοια για να πολεμήσουν, ωργάνωσε κάπως κι εκγύμνασε τους στρατιώτες του. Το παράδειγμά του κι η παρουσία του εμψύχωνε το στρατό, κι όταν οι Τούρκοι παρουσιάστηκαν στον κάμπο και προχώρησαν ως τα Ψαχνά, ο Αγγελής τους χτύπησε στις 8 Ιουλίου και τους έτρεψε σε φυγή. Νέα απόπειρα απότυχε και πάλι κι οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να βγουν και να λεηλατήσουν τον κάμπο ή να επιτεθούν εναντίον του στρατοπέδου των Βρυσακίων. Έτσι απερίσπαστα ο Αγγελής μπορούσε να γυμνάσει κι οργανώσει το στρατό του, που κάθε μέρα όλο κι ανέβαινε σε μεγαλύτερο αριθμό αγωνιστών, πούτρεχαν απ΄ όλα τα σημεία του νησιού και της απέναντι Ρούμελης να καταταχθούν και πολεμήσουν για τη λευτεριά...».


Ο Κριεζής για τη στράτευση των Μαντουδιανών.
Ο καπετάν Κριεζής, είχε διαταγή από τον Άρειο Πάγο να μαζέψει από τα χωριά της Β. Εύβοιας και φυσικά της περιοχής του Κηρέα, τους αρματωμένους χωριάτες και να τους πάρει μαζί του στο στρατόπεδο. Γράφει σε σχετικό απόσπασμα του ημερολογίου του:
«...και την ίδιαν ημέραν έλαβον μερικούς στρατιώτας ανεχώρησα δια ξηράς δια το Μαντούδι, όπου ήτο το Ντερβένι...Επαράγγειλα των ναυτών μου δια να μου στείλουν έως 400 στρατιώτας να έλθουν εις το Ντερβένι και 5060 χωριάτες οπλοφόρους. Φθάνω εις το Μαντούδι. Πηγαίνομεν εις το Ντερβένι το Μέγα Σάββατο κεντί και μη βλέπων στρατιώτας, στέλνω ευθύς 25 στρατιώτας δίδοντάς τους και διαταγήν προς τους Μαντουδιανούς και να μαζεύσουν όσους δυνηθούν, και εάν δεν εισακουσθούν με άδειαν να βάλουν φωτιά εις τα σπίτια του. Έφεραν 80, ήρχισα να σπινθήρω (αποστείλω) ανθρώπους εις όλα τα χωρία γράφοντάς τους να συναχθούν πάλιν εις τα Πολιτικά, όσοι στρατιώται εδιασκορπίσθησαν. Και εάν δεν με ακούσουν, αναχωρώ χωρίς άλλο και τους αφήνω. Και με τούτην την φοβέραν ήρχισαν και εμαζεύοντο ως τους έγραφον. Στέλνω 20 στρατιώτες εις το Μαντούδι γράφων των δημογερόντων να μας στείλουν ψωμιά και άλλα διά την Ανάστασιν, οι οποίοι αμέσως και μας τα έστειλαν...».
Στη συνέχεια περιγράφει μία όμορφη σκηνή κατά την οποία κρατώντας δαδιά αναμμένα, άρχισαν να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη και κλαίγοντας φιλιόντουσαν και μετά δεν είχαν όρεξη για φαγητό.

Ο θρίαμβος στα Βρυσάκια.
Στο μεταξύ έρχεται στη Χαλκίδα ο Ομέρ Βρυώνης με 2.000 εκπαιδευμένους Αλβανούς. Ο Τούρκος στρατηγός είναι αποφασισμένος να συντρίψει το στρατό του Α. Γοβιού και να καταστείλει οριστικά την επανάσταση της Εύβοιας. Οι αγάδες της Χαλκίδας τον βεβαιώνουν ότι το έργο του θα είναι πολύ εύκολο, μια και πρόκειται για την αντιμετώπιση “ολίγων ρεντίφηδων” όπως ονόμαζαν τους επαναστάτες των Βρυσακίων.
Σφραγίδα που κατασκευάσθηκε αμέσως μετά τη προσωρινή απελευθέρωση της Ιστιαίας
προς ανάμνηση της επανάστασης.
Πεπεισμένος στα λόγια των αγάδων ο Ομέρ Βρυώνης, αφού ετοιμάζει τον στρατό του, παίρνει θέση σαν άλλος Ξέρξης πάνω στον κοντινό λόφο Τρύπιο λιθάρι προκειμένου να παρακολουθήσει την αιχμαλωσία των “θρασύτατων” Χριστιανών. Επικεφαλής των τουρκικών στρατευμάτων ήταν ο ονομαστός και σκληρός Τουρκαλβανός Ντελχάμπεης, καθώς και ένας Άραβας σωματοφύλακας του Ομέρ Βρυώνη με θηριώδη δύναμη και σωματική διάπλαση.
Από την άλλη πλευρά τώρα στο στρατόπεδο των 500 περίπου Ελλήνων αναβιώνει το Βυζαντινό μεγαλείο. Οι ιερείς με άμφια και εικόνες ψάλουν το “Σώσον Κύριε τον λαόν σου...”, ενώ ο αρχηγός με γυμνό το σπαθί του εμψυχώνει τους άνδρες του ένανέναν χωριστά. Ο Κριεζής με τα πλοία του ενισχύει την επιχείρηση από τη θάλασσα, ενώ οι Μπαλαλαίοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Ο Ντελχάμπεης, αφού εξουδετερώνει τις προφυλακές των Ελλήνων, προελαύνει προς τον κυρίως όγκο του Ευβοϊκού στρατού. Ο Γωβιός διατάσει γενική επίθεση, αλλά παίρνει την απάντηση από τους Μπαλαλαίους ότι “δεν είναι  καιρός ακόμη”. Τότε συνέβη και το εξής παράδοξο. Οι Μπαλαλαίοι φεύγουν από τις θέσεις τους παίρνουν μια βάρκα και κατευθύνονται στο μπρίκι του Κριεζή. Ο τελευταίος νομίζοντας ότι έσπασε το ελληνικό μέτωπο, ετοιμάζεται να δεχθεί τους φυγάδες. Έκπληκτος όμως βλέπει τους Μπαλαλαίους να ασπάζονται την εικόνα του Αγίου Νικολάου, και κατόπιν τον ίδιο τον καπετάνιο ζητώντας του συγχώρεση.
Το ίδιο βιαστικά όπως ήλθαν, έτσι και έφυγαν από το μπρίκι οι Μπαλαλαίοι. Μόλις έφθασαν και πάλι στις θέσεις τους, έπιασαν το χορό παρασύροντας και τους υπόλοιπους αγωνιστές. Ήθελαν μ΄ αυτόν τον τρόπο να αποδείξουν στον Αγγελή Γωβιό, πως κι αυτοί δεν υστερούσαν σε γενναιότητα από τους ήρωες της Γραβιάς. Αμέσως μετά ορμούν με τρομερή αυτοπεποίθηση και με γυμνά τα σπαθιά τους στην πρώτη εχθρική γραμμή. Την διασπούν εύκολα και κατευθύνονται με εκπληκτική γενναιότητα προς το κέντρο των εχθρικών δυνάμεων, όπου βρίσκονται οι αρχηγοί των επιτιθέμενων. Αυτοί βλέποντας την απρόβλεπτη εξόρμηση των Ελλήνων και τον επερχόμενο κίνδυνο, οχυρώνονται σε ένα μετερίζι στους πρόποδες του λόφου. Εκεί περικυκλώνονται από τον Αγγελή, τον Κώτσο, τον Κριεζώτη και τους Μπαλαλαίους. Ο Θανάσης Μπαλαλάς κατορθώνει μέσα από ένα ρείθρο να πλησιάσει το Ντελχάμπεη, και μετά από μάχη να τον σκοτώσει. Ο Κώτσος με τη σειρά του πετυχαίνει να σκοτώσει το μεγαλόσωμο Άραβα σωματοφύλακα του Ομέρ. Ο θάνατος των δύο αρχηγών σκόρπισε τον πανικό στους Τούρκους που το΄ βαλαν στα πόδια κυνηγημένοι από τους Έλληνες.
Λαϊκή ζωγραφιά του Σταμάτη Λαζάρου, που με χαρακτηριστικό τρόπο απεικονίζει τον συνδυασμό
των αντίθετων συναισθημάτων Ελλήνων και Τούρκων όπως διαμορφώθηκαν στα Βρυσάκια,
μετά τον ελληνικό θρίαμβο του 1821 και την οικτρή ήττα του 1822.
Ο ίδιος ο Ομέρ Βρυώνης κινδύνευσε άμεσα να σκοτωθεί ή να συλληφθεί, διότι βέβαιος για την επικείμενη επιτυχία του δεν πρόβλεψε να πάρει προστατευτικά μέτρα. Την τελευταία στιγμή πρόλαβε να ιππεύσει και να κατευθυνθεί καλπάζοντας προς την Καστέλα αρχικά και μετά προς τη Χαλκίδα συμπαρασύροντας ολόκληρο το στρατό του. Έξαλλος από το θυμό του ο Ομέρ Βρυώνης, αφού έδειρε ανηλεώς τους Αγάδες για τις πληροφορίες που του έδωσαν, έφυγε από τη Χαλκίδα και επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα.
Οι θριαμβευτές, μόλις επέστρεψαν από την καταδίωξη του εχθρού, έκαναν αγώνα άρσης  βαρών, χρησιμοποιώντας σαν βάρη τα νεκρά σώματα του Ντελχάμπεη και του Άραβα σωματοφύλακα. Οι Τούρκοι άφησαν περίπου 250 νεκρούς στη μάχη αυτή, ενώ οι Έλληνες είχαν μόνο τραυματίες.

Η διχόνοια οδηγεί σε νέες αποτυχίες και στο τέλος του Γωβιού στα Βρυσάκια.
Στη συνέχεια αρχίζουν να υπεισέρχονται στον αγώνα της Εύβοιας τα «εθνικά μας μικρόβια». Μισαλλοδοξία, διχόνοια και μικροεγωϊσμοί εκφυλίζουν το σκοπό του ξεσηκωμού και αποδυναμώνουν τη δύναμη του Γοβιού, που αναλίσκεται πια σε εμφύλιες συγκρούσεις. Οι αδελφοί Μπαλαλά από την Ιστιαία, ηρωικές μορφές στα Βρυσάκια, εναντιώνονται στο Γωβιό και στις εντολές του.
Παρασυρμένος από την οργή του ο Αγγελής, θεωρώντας υπαίτιους τους Μπαλαλαίους για τη διαρροή των στρατευμάτων του, τους καταδιώκει αφήνοντας στο στρατόπεδο τον Κώτσο επικεφαλής λίγων παλικαριών. Ο Γωβιός και οι Μπαλαλαίοι συναντώνται, σαν εχθροί πια, κοντά στο χωριό Μανδανικά (τη σημερινή Δάφνη). Ο Αγγελής πολιορκεί τους Μπαλαλαίους, που ήταν κλεισμένοι μέσα σ΄ έναν πύργο, και τελικά τους σκοτώνει σχεδόν όλους. Από τα πέντε αδέλφια, μόνο ο μικρότερος κατάφερε να διασωθεί. Η επανάσταση της Εύβοιας είχε δεχθεί ένα καθοριστικό πλήγμα από το σύνδρομο αυτοκαταστροφής που χαρακτηρίζει την φυλή μας.
Οι ερευνητές της “ιστορικής αλήθειας” προσπαθούν να εξηγήσουν την πράξη αυτή επηρεασμένοι από τοπικιστικές διαθέσεις. Ο ένας μας μιλάει για χρησιμοποίηση δόλου από τον Αγγελή στην εξόντωση των Μπαλαλαίων. Κάποιοι άλλοι καταλογίζουν μέχρι και προδοτική διάθεση στους Μπαλαλαίους και δίνουν το δίκιο στον Αγγελή. Ένα θρηνητικό δημοτικό τραγούδι που δημιουργήθηκε μετά το θάνατο του Γοβιού στη τελευταία μάχη των Βρυσακίων, μας λέει:
...μα οι Μπαλαλαίοι τα σκυλιά σούφαγαν το κεφάλι
  σ΄ αφήσανε κατακαμπής, σου πήραν το κεφάλι.
Άλλοι ανακαλύπτουν υπονόμευση του Γοβιού από τον πρώην αρχηγό, το Βερούση, ή ακόμη και από τον ίδιο τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Η τοπικιστική ή φατριαστική εμπάθεια, καταβροχθίζει την ιστορική αλήθεια και στη θέση του θριάμβου εγκαθίσταται η αποκρουστική “αύρα” της δολερής Διχόνοιας.
Η ουσία πάντως είναι πως ο αγώνας της Εύβοιας άρχισε να οδηγείται στην αποτυχία, με αποκορύφωμα το θάνατο του Γοβιού στα Βρυσάκια το Μάϊο του 1822. Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχαλόπουλου για το τραγικό αυτό γεγονός και για την ολέθρια επίπτωση που είχε στην εξέλιξη της επανάστασης στην Εύβοια.
«...Ο Αγγελής αψήφησε τις υποδείξεις κι όρμισε προς τους Τούρκους λέγοντας, κατά τη συνήθεια των τότε καπεταναίων, που πίστευαν στα όνειρα:
«Είδα όνειρο, η σημερινή μέρα θα ΄χει μεγάλες συνέπειες. Της Τρίτης τ΄ όνειρο βγαίνει πάντοτε, αλλ΄ ό,τι γίνει, ας γίνει».
Κι εξακολούθησε το δρόμο του παρασύροντας μαζί πολλούς στρατιώτες. Μα μόλις προχώρησε προς τα Δυο Βουνά, οι κρυμμένοι Τούρκοι άρχισαν να ρίχνουν δεξιά κι αριστερά και σκότωναν πολλούς. Εκείνες τις στιγμές παρουσιάστηκαν κι άλλοι καβαλάρηδες και τους κύκλωσαν. Ακολούθησε πανικός κι οι στρατιώτες άρχισαν να διαλύονται προσπαθώντας να σωθούν όπωςόπως. Μονάχα δέκα εφτά παλικάρια έμειναν μαζί με τον Αγγελή κι εξακολούθησαν να πολεμούν απεγνωσμένα. Εκεί κοντά στα Δυο Βουνά λαβώθηκε ο καπετάν Αγγελής στο δεξί μερί. Συνέχισεν όμως να περπατάει και μπήκε μαζί με τον ψυχογιό του, που τον κρατούσε, σε μια ρεματιά. Εκεί τον έφθασαν οι Τούρκοι καβαλάρηδες κι άρχισαν να του ρίχνουν. Τότε λέει του παραγιού του να του δώσει το ντουφέκι του. Πυροβολεί εναντίον των Τούρκων και σκοτώνει δύο. Του πασάρει άλλο ντουφέκι ο παραγιός του, ρίχνει και σκοτώνει κι άλλο καβαλάρη. Πυροβολεί τέλος με τις πιστόλες του. Αλλ΄ απόκαμε από την αιμορραγία του ποδιού και στάθηκε. Ζήτησε νερό και χωρίς να ξέρει τι κάνει έπεσε μπρούμυτα στο ποτάμι της ρεματιάς, προσπαθώντας να δροσίσει τα χείλη του. Δεν πέρασε λεπτό κι ο Αγγελής ξεψύχησε εκεί, ψιθυρίζοντας στον παραγιό του:
«Φύγε για να μη σε πάρω στο λαιμό μου».
Ο παραγιός του φίλησε το χέρι, πήρε το ντουφέκι του και τις κουμπούρες κι έφυγε δρομαία μέσα από θάμνους κι άλλα χαμόκλαδα. Οι Τούρκοι τούριξαν, μα δεν τον χτύπησαν κι έτσι σώθηκε. Λίγο πιο πέρα έγινε άλλη σκηνή. Το πρωτοπαλίκαρο του Γοβιού, ο Καπετάν Κώστας Θηβαίος, εξακολούθησε να πολεμάει μαζί με δέκα πέντε παλικάρια κυκλωμένος από Τούρκους καβαλάρηδες. Μαζί του βρίσκονταν κι ο αδελφός του Αγγελή, Αναγνώστης Γωβιός. Αν κι οι Τούρκοι τους πρότρεπαν να προσκυνήσουν για να σωθούν, όμως εκείνοι εξακολούθησαν να μάχονται απεγνωσμένα. Ο κλοιός γίνονταν ολοένα στενότερος και κάθε σωτηρία αποκλείστηκε σε λίγο. Οι Τούρκοι και πάλι φώναξαν στον Κώστα:
«Κώτσο, Κώτσο, προσκύνα να μη σε σκοτώσουμε!»
Αλλ΄ εκείνος απάντησε σαν το Διάκο:
«Μουρτάτες, δεν παραδίνομαι θα φάω πολλούς ακόμη από σας!».
Τότε κάποιος στρατιώτης πρόσφερε άλογο στον Κώστα για να φύγει, αλλ΄ ενώ επιχείρησε ν΄ ανεβεί, έσπασε ο αναβατήρας κι έτσι εξακολούθησε να περπατάει πεζός. Αλλά τότε τον βρήκαν πολλές σφαίρες και τον έριξαν νεκρό, ενώ μαζί του έπεφτε κι ο αδελφός του Γοβιού, Αναγνώστης. Οι άλλοι στρατιώτες σώθηκαν στα Βρυσάκια, οπού ανάγγειλαν τον τραγικό θάνατο των καπεταναίων. Οι δε Τούρκοι έκοψαν τις κεφαλές των τριών και τις έφεραν θριαμβευτικά στη Χαλκίδα, όπου επί οχτώ μέρες γιόρταζαν με φωτοχυσίες και τα κανόνια του κάστρου έριχναν χαρούμενα για το θάνατο των μεγάλων αρχηγών της Εύβοιας. Την άλλη μέρα πήγαν οι Έλληνες και πήραν τ΄ ακέφαλα σώματα και τα κήδεψαν σεμνά, ανάμεσα σε λυγμούς και κλάματα, τάθαψαν στην ακρογιαλιά, στις 29 του Μάρτη του 1822. Κάποια επιγραφή, που σώζονταν ως τα 1857 θύμιζε στους διαβάτες πως εκεί βρίσκονταν τα κοκάλα τριών αγωνιστών, που στάθηκαν ανάμεσα στους ηρωικότερους και θυσιαστικώτερους, που πολέμησαν κι έπεσαν για τη λευτεριά της Ελλάδας και της Εύβοιας. Με Σπαρτιατική σεμνότητα και λιτότητα είχε χαραχθεί πάνω στη μαυρισμένη πλάκα το εξής επίγραμμα:
«ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΗΡΩΣ ΓΡΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΒΟΙΑΣ
ΑΓΓΕΛΗΣ ΓΩΒΙΟΣ, ΛΙΜΝΙΟΣ, ΜΕΤ΄ ΑΔΕΛΦΟΣ  
ΓΩΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΟΣ ΚΩΣΤΑ ΘΗΒΑΙΟΥ»

Τα σκίτσα είναι από το βιβλίο του Γ. Παπαστάμου από το βιβλίο 
«Το χρονικό μιας μικρής πολιτείας και ενός μεγάλου ήρωα».

Αλέξανδρος Καλέμης
Από το βιβλίο των Ευβοϊκών Εκδόσεων Κίνητρο
"Περιπλανήσεις στον Χώρο και στο Χρόνο" Γ' Τόμος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου